εύδροσος


εύδροσος
-η, -ο (ΑΜ εὔδροσος, -ον)
γεμάτος δροσιά ή δροσερό νερό («εὔδροσοι παγαί, τόποι, νασμοί»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + δρόσος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὔδροσον — εὔδροσος with plenteous dew masc/fem acc sg εὔδροσος with plenteous dew neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδρόσοις — εὔδροσος with plenteous dew masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδρόσοισι — εὔδροσος with plenteous dew masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδρόσους — εὔδροσος with plenteous dew masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔδροσοι — εὔδροσος with plenteous dew masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.